Αλλά σου δίνουν συμβουλές για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια.
Προχθές Κυριακή αποφάσισα να επισκεφτώ τους γονείς μου για να φάμε όλοι μαζί μεσημεριανό. Ξέρεις εκεί γύρω στα 30κάτι, ξεκινάει ο φόβος ότι κάποια στιγμή θα τους χάσεις και προσπαθείς να περάσεις χρόνο μαζί τους και πάλι. Ενώ συνήθως από τα 20 μέχρι τα 30 τους έχεις γραμμένους.
Κι όπως συνηθίζεται, πιάσαμε την κουβέντα για το «πώς πάει η δουλειά». Αρκετά τυπική κουβέντα, θα έλεγα. Η συζήτηση ξεκίνησε όμορφα, αλλά μέχρι το τέλος του φαγητού οι γονείς μου και η θεία μου, μου εξηγούσαν γιατί θα ήταν «καλό» και «συνετό» να επιστρέψω σε μια «ασφαλή» δουλειά με σταθερό μισθό.
Προφανώς είναι γονείς και ανησυχούν. Θέλουν το καλύτερο για εμάς και έτσι δίνουν συμβουλές, σχολιάζουν, και πετάνε τις λεγόμενες «μικρές μπηχτές».
«Τι θα πει είσαι coach;»
«Τι σημαίνει βοηθάς τους ανθρώπους να ξανά συνδεθούν με τον εαυτό τους;»
«Πώς τους βοηθάς δηλαδή να κάνουν αλλαγές στη ζωή τους;»
«Μήπως να βρεις μία σταθερή δουλειά στην τεχνητή νοημοσύνη; Άλλοι παρακαλάνε να μπουν σε αυτόν τον τομέα
και εσύ φεύγεις; Είναι δυνατόν;»
Το ξέρω, όλα αυτά τα εννοούν καλοπροαίρετα, αλλά νιώθω σαν να μου δίνουν συμβουλές για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια.
Και καθώς έμεινε στο μυαλό μου για μέρες (και τελικά έγινε και ένα IG post), καθώς κατάλαβα επιτέλους γιατί υπάρχει αυτή η τεράστια απόσταση γενεών.

Ο κόσμος που γέννησε τις συμβουλές τους
Οι γονείς μου δε μου έδιναν «λάθος» συμβουλές. Ήταν απλώς… ξεπερασμένες.
Η θεία μου δούλευε 42 χρόνια στην ίδια εταιρεία. Έμεινε στο ίδιο σπίτι, πέρασε τρεις συγχωνεύσεις, και στο τέλος πήρε όσα της είχαν υποσχεθεί.
Η πορεία της τότε είχε λογική. Οι εταιρείες επένδυαν στους υπαλλήλους τους για δεκαετίες. Το να αλλάξεις δουλειά φαινόταν ύποπτο. Οι συμφωνίες με χειραψία είχαν βαρύτητα. Οι γονείς μου έβλεπαν φίλους τους να βγαίνουν στη σύνταξη με συντάξεις-πρότυπο, και έβλεπαν αφοσίωση για δεκαετίες να ανταμείβεται με ρολόγια και πάρτι συνταξιοδότησης όπου οι άνθρωποι όντως έκλαιγαν γιατί θα τους έλειπες.
Αυτός ήταν ο κόσμος που έχτισε το «μοντέλο καριέρας» τους. Ένας κόσμος όπου το «ασφαλές» ήταν πραγματικά ασφαλές. Αλλά αυτός ο κόσμος έχει ήδη αρχίσει να πεθαίνει προτού το καταλάβουμε.
Η μέρα που πέθαναν αυτοί οι κανόνες
Κι εγώ προσπάθησα να ακολουθήσω το εγχειρίδιο εκείνης της γενιάς τα πρώτα εφτά χρόνια της καριέρας μου. Έτσι μου έμαθαν, δεν ήξερα κάτι άλλο. Υποκρινόμουν ότι ενδιαφέρομαι για προϊόντα στα οποία δεν πίστευα μόνο και μόνο για να πλουτίσει κάποιος άλλος. Το αποτέλεσμα; Απολύθηκα δύο φορές και ποτέ δεν πήρα αύξηση πάνω από 8%.
Πριν από 6 μήνες ήταν η δεύτερη και τελευταία φορά. Με απέλυσαν απροειδοποίητα επειδή τόλμησα να μιλήσω δημόσια και να πω ότι οι εργαζόμενοι δεν είναι πετσέτες για να τους στραγγίζεις. Μετά από δύο ώρες ήμουν άνεργος. Όχι, η πιο περήφανη στιγμή μου, αλλά σίγουρα η πιο ειλικρινής.
Κι έτσι βρέθηκα, 35 χρονών, χωρίς δουλειά, με δύο απολύσεις στο βιογραφικό μου και έξοδα να με κυνηγάνε. Πού πάει κανείς από εκεί; Οι γονείς μου έλεγαν να ζητήσω συγγνώμη, ότι ήταν μία λάθος κίνηση, ότι ποτέ κανείς δεν πρέπει να μιλάει έτσι στο αφεντικό του. Αυτό όμως που δε μου έλεγαν, αλλά εγώ άρχισα να καταλαβαίνω, ήταν πως το παιχνίδι είχε σπάσει μέσα μου, όχι μόνο η ικανότητά μου να το παίζω.
Μαθαίνοντας τους νέους κανόνες
Χρειάστηκαν δραστικές κινήσεις. Πείραξα λίγο το βιογραφικό μου, που είχα να το αγγίξω τουλάχιστον τέσσερα χρόνια (οι επιπτώσεις της «ασφάλειας»), ώστε να φαίνεται πιο «ελκυστικό», και ξεκίνησα να στέλνω αιτήσεις. Γρήγορα κατάλαβα όμως, ότι ούτε αυτό το παιχνίδι ήταν για εμένα.
Γιατί για άλλη μία φορά έκανα αυτό που «έπρεπε» να κάνω.
Και όχι αυτό που ήθελα να κάνω. Μία μεγάλη μάχη μεταξύ συνειδητού και υποσυνείδητου. Το πρώτο να λέει ακολούθησε το όνειρό σου, έχεις μία μεγάλη ευκαιρία τώρα. Και το δεύτερο να φωνάζει, βρες δουλειά, ακολούθησε το πεπατημένο μονοπάτι, αυτό που κάνουν όλοι. Τίποτα και κανείς βέβαια δε με είχε προετοιμάσει για αυτό που ερχόταν.
Οι απορρίψεις από κάτι που δεν ήθελα πονούσαν περισσότερο από αυτές που προέρχονταν από αυτό που ήθελα να κάνω. Ακούγεται περίεργο; Όχι, δεν είναι καθόλου. Γιατί μία απόρριψη από κάτι που μισείς σημαίνει ότι πρέπει να συνεχίσεις να το κάνεις. Επίσης, σημαίνει αστάθεια, φόβος, αβεβαιότητα. Και αυτοί ακριβώς είναι οι νέοι κανόνες του παιχνιδιού.
Κυριαρχώντας στο νέο παιχνίδι
Είμαι σίγουρος ότι σκέφτεσαι… ποιο παιχνίδι ακριβώς κυριάρχησε αυτός; Της αβεβαιότητας; Του φόβου; Της αστάθειας;
Ε ναι, λοιπόν, αυτό το παιχνίδι!
Έμαθα ότι αποφεύγοντας για χρόνια αυτές τις καταστάσεις, απλώς εθελοτυφλούσα. Περνούσα ξυστά και έκανα τα πάντα για να μη με ακουμπήσουν. Ή απλά ξέφευγα με μία μικρή αμιχή. Σαν αλλεργία.
Αλλεργία στην αλλαγή.
Αλλεργία στο να παίρνω την ευθύνη των αποφάσεών μου.
Αλλεργία στο να «νοικιάζω» την επιτυχία των άλλων.
Το καλοκαίρι του 2024 σε μία συνάντηση με τον CEO της εταιρείας που δούλευα τότε, βρήκα την αλήθεια. Την συνειδητοποίησα τώρα βέβαια. Όταν υπάρχει οικονομική πίεση, ακόμα και οι πιο «πιστοί υπάλληλοι» γίνονται απλώς γραμμές σε excel. Ούτε οικογένειες, ούτε θυσίες. Μόνο νούμερα. Μετά από ενάμιση χρόνο έγινα κι εγώ απλά μια γραμμή που σβήστηκε.
Έτσι λοιπόν έκανα κάτι που οι γονείς μου δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Έγινα το αφεντικό του εαυτού μου. Χωρίς μετακινήσεις, χωρίς τον φόβο της απόλυσης, αλλά με πολλούς άλλους φόβους, μόνο εγώ, το πάθος μου, και ένα laptop.
Η επιλογή που κάνεις στην πραγματικότητα
Αποφάσισα να σταματήσω να αποφεύγω τους φόβους μου και να ζήσω με αυτούς. Να σταματήσω να αποφεύγω την αλλαγή και να μπω σε αυτό το άγνωστο μονοπάτι που μπορεί να μοιάζει σκοτεινό, τρομακτικό, αβέβαιο, αλλά τουλάχιστον ξέρω ότι κάπου προς το τέλος υπάρχει εκείνη η εκδοχή του εαυτού μου που ονειρευόμουν για χρόνια. Κι εγώ απλά βαδίζω ίσως στο πιο δύσβατο μέρος, εκεί που έχω αφήσει πίσω τον παλιό μου εαυτό, που δε μου κάνει πια, και βαδίζω προς κάτι άγνωστο μεν, πιο συναρπαστικό δε.
Όταν εξηγώ σήμερα στους γονείς μου τι κάνω, ακόμα λένε:
«Δεν ξέρουμε καν πώς να το περιγράψουμε σε άλλους.»
Δεν πειράζει τους λέω. Ανησυχούν για την ασφάλεια, για τη σύνταξη. Δίκαια.
Δεν έχουν «λάθος» που θέλουν ασφάλεια για το παιδί τους.
Απλώς κάνουν λάθος για το πού υπάρχει αυτή η ασφάλεια σήμερα.
Γιατί κάθε μέρα που μένεις στην ψεύτικη «ασφάλεια», παίζεις το μέλλον σου στο excel κάποιου άλλου.
Η ερώτηση δεν είναι αν πρέπει να χτίσεις κάτι δικό σου.
Η ερώτηση είναι: Θα ξεκινήσεις πριν ή αφού το αποφασίσει η εταιρεία σου για σένα;
Κάτι λοιπόν που κατάλαβα μετά από δύο απολύσεις και ένα αυτοάνοσο:
Ο παλιός σου εαυτός θα σε οδηγήσει στο μονοπάτι που ξέρει.
Ίσως είναι η ώρα να τον γνωρίσεις από την αρχή.
ΥΓ. Εάν και μόνο αν νιώθεις έτοιμ@ να ξανά γνωριστείς με τον εαυτό σου, να απομυθοποιήσεις καταστάσεις που δε σου κάνουν πια, και να μπεις σε αυτό το λυτρωτικό μονοπάτι της αλλαγής, σε περιμένω στην άλλη μεριά.
Μη φοβάσαι, δε δαγκώνω 🙂
