Το κορίτσι στο πεζοδρόμιο

Και την είδα, να στέκεται στην άκρη του πεζοδρομίου, έντονα βαμμένη, με ένα κομψό αλλά έντονο σε χρώματα μακρύ φόρεμα που σκέπαζε τα γόνατά της, να σηκώνει το χέρι της.

Κοίταξα από την άλλη, έκανε νόημα σε ένα ταξί να σταματήσει… Μπααα, δεύτερη προσπάθεια, τίποτα, τρίτη, ήταν και αυτό πιασμένο. Γύρισα το βλέμμα μου ξανά στο πρόσωπό της. Αυτή τη φορά με το χέρι σχεδόν κατεβασμένο, αλλά έτοιμο να σηκωθεί και πάλι. Με μία διαφορά όμως. Το πρόσωπο της δεν ήταν το ίδιο. Έκρυβε απελπισία.

Αν μπορούσα να απεικονίσω την απελπισία, θα ζωγράφιζα κάτι μαύρο, σκοτεινό, άσχημο. Κάτι που θα ούρλιαζε και ταυτόχρονα με τα δύο του χέρια απλωμένα προς το μέρος μου θα ζητούσε βοήθεια. Έτσι, λοιπόν, ήταν το πρόσωπό της. Γεμάτο απελπισία. Και ο εσωτερικός της μονόλογος αν είχε υπότιτλους θα έλεγαν:

«Πάλι θα αργήσω…»
«Όχι μόνο θα αργήσω, δε θα φτάσω ποτέ…»
«Τι κίνηση είναι αυτή και σήμερα, καλά που πάνε όλοι αυτοί;»
«Κοίτα δουλειά που έχουν οι ταρίφες, κι εγώ με το ζόρι βγάζω 1000κάτι…»

Το φανάρι άναψε πράσινο για τους πεζούς. Ξεκίνησα να περπατάω προς το απέναντι πεζοδρόμιο, αλλά το κεφάλι μου ήταν γυρισμένο σε αυτήν. Το χέρι της τώρα είχε παραδοθεί στο νόμο της βαρύτητας και είχε αφεθεί τελείως. Το βλέμμα της όμως προσπαθούσε να σπρώξει το χρόνο, να ανάψει πράσινο το φανάρι για τα αυτοκίνητα, να βρει το άδειο ταξί και να φτάσει επιτέλους. Να μην αργήσει άλλο. Είχε καθυστερήσει ήδη αρκετά.

Τώρα έχω την προσοχή σου.

Γιατί το θέμα δεν είναι εκείνη. Είναι εσύ. Εγώ. Όλοι μας. Όλοι έχουμε σταθεί κάποια στιγμή σ’ εκείνο το πεζοδρόμιο. Να περιμένουμε, να ψάχνουμε «το άδειο ταξί», να περάσει, να ανάψει το πράσινο, να φτιάξουν οι συνθήκες. Να γίνει το τέλειο timing. Και κάπως έτσι, μένουμε ακίνητοι. Πείθουμε τον εαυτό μας ότι «δεν είναι η στιγμή», ότι «δε θα τα καταφέρω». Ενώ στην πραγματικότητα μιλάει ο φόβος.

Θέλεις να αλλάξεις δουλειά, αλλά «θα το δεις από το νέο έτος.»
Θέλεις να χάσεις κιλά, αλλά «θα το δεις από Δευτέρα.»
Θέλεις να κάνεις το χόμπι σου επάγγελμα, αλλά «δε θα πετύχει, τζάμπα ο κόπος.»
Θέλεις βάλεις όρια σε εκείνη τη φίλη που τα θέλει όλα δικά της, αλλά «πρώτα ας ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα.»

Ααααα, αναβλητικότητα το λένε.

Αλλά στην πραγματικότητα είναι απλώς φόβος μεταμφιεσμένος σε λογική. Ο φόβος να πάρεις την απόφαση. Ο φόβος να πεις «τώρα!»

Γιατί το «τώρα» έχει βάρος. Αν κάνεις το βήμα, μπορεί να αποτύχεις. Μπορεί να σε κρίνουν. Μπορεί να προσπαθήσεις τζάμπα. Τώρα τουλάχιστον έχεις την ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Και είναι πιο γλυκιά από ό,τι φαίνεται. Γι αυτό και τη διαλέγουμε ξανά και ξανά. Αλλά αν το σκεφτείς, η ζωή δεν πάει έτσι. Πάντα έχει εκπλήξεις, φασαρία, κίνηση, και πάντα κάτι μας λείπει. Και τότε συνειδητοποιείς πως δεν είναι η τύχη που σου γυρνάει την πλάτη. Είσαι εσύ που δε σηκώνεις το χέρι με θάρρος. Που δε δείχνεις σιγουριά ότι θέλεις να φύγεις από εκεί που είσαι, και ξέρεις που ακριβώς θέλεις να πας. Η γυναίκα στο πεζοδρόμιο, λοιπόν, δεν ήταν απλώς κάποια που άργησε. Ήταν η εικόνα όλων μας όταν διστάζουμε. Όταν θέλουμε κάτι πραγματικά και διστάζουμε να το διεκδικήσουμε, να το ζητήσουμε ξεκάθαρα. Όταν αφήνουμε την αμφιβολία να μας νικήσει.

Γιατί η αναβλητικότητα, δεν είναι τεμπελιά, όπως λένε πολλοί, «υπάρχει τεμπελιά μωρέ στους νέους, τα θέλουν όλα έτοιμα και εύκολα.»

Όχι.

Είναι απλά ανασφάλεια σε κοστούμι λογικής.
«Θα ξεκινήσω μόλις το οργανώσω.»
Αλλά δεν οργανώνεσαι ποτέ.

Το φανάρι άναψε. Το ταξί πέρασε. Σταμάτησε. Μπήκες μέσα. Αλλά το που θα πας είναι δική σου επιλογή. Δεν είναι τύχη. Δεν είναι κίνηση. Είναι αποφασιστικότητα. Γιατί τα ταξί σταματούν…

Αλλά εσύ ορίζεις τον προορισμό.

ΑΦΗΣΕ ΜΟΥ ΕΝΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ...

Loading spinner

ΟΙ ΨΙΘΥΡΟΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ