Για χρόνια υποτιμούσα, δεν κατανοούσα την πραγματική διάσταση της ιστορίας.

Η αφήγηση της, σαν μία άλλη δραματική ταινία προκαλεί αμηχανία. Ίσως, να είναι αυτό που με εμποδίζει να τη μοιραστώ με άτομα, πέρα από τα πιο οικεία.

«Πως μπορείς να διαχειριστείς κάτι τέτοιο;;;»

«Δε νιώθεις μοναξιά;;;»

«Δε σου λείπουν;; Πώς αντέχεις;;»

«Πέρασες κατάθλιψη; Παίρνεις μήπως αντικαταθλιπτικά;»

Εύλογες (ίσως και λίγο άστοχες) ερωτήσεις των ανθρώπων γύρω.

Και όμως, όχι. Δεν πέρασα κατάθλιψη, δεν παίρνω αντικαταθλιπτικά. Ίσως, λειτουργεί το σκυλί μου σαν αντικαταθλιπτικό.

Και όμως, ναι. Νιώθω μοναξιά.

Και όμως, ναι. Μου λείπουν τόσο πολύ κάποιες μέρες, που πονάει η ψυχή μου, βαθιά μέσα.

Και όμως, ναι. Υπάρχουν μέρες που δεν μπορώ να σηκωθώ από το χαλί, που κλαίω με φωτογραφίες. Που δε θέλω να βλέπω άνθρωπο.

Και όμως, ναι. Υπάρχουν μέρες που περπατάω στη φύση, στη θάλασσα. Υπάρχουν μέρες που βλέπω τον ουρανό, τα σύννεφα, τα άστρα, τους ανθρώπους γύρω μου και νιώθω πραγματική ευτυχία.

Ίσως, για να νιώσεις πραγματική ευτυχία, πρέπει να περάσεις από το άλλο μέρος. Το σκοτεινό, το οδυνηρό, το καταστροφικό.

Η ψυχή του ανθρώπου όπως και το σώμα κρύβει εκπληκτικούς μηχανισμούς. Σε παίρνουν από το χέρι για να αντέξεις.

Όταν δεν υπάρχει πουθενά το στήριγμα, σαν άλλος γιατρός ο εαυτός σου βρίσκεται εκεί. Μουδιάζει τον πόνο, τον οδηγεί σε κρυψώνες, τον θάβει βαθιά.

Και μετά έρχεται εκείνη η στιγμή, που σαν παιδί δειλά ξεκινάς το ταξίδι. Ανακαλύπτεις μία-μία τις κρυψώνες και εισέρχεσαι στα δύσβατα μονοπάτια της ψυχής. Του άλλου του εαυτού σου που έχει παγώσει το χρόνο. Που έχει μείνει εκεί και περιμένει να τον απελευθερώσεις από τις σκοτεινές φυλακές.

Και κάπως έτσι συμβαίνει κάτι μαγικό. Ρίχνοντας φως στις σκοτεινές πτυχές σου, κάπου εκεί, κρυμμένο πίσω από όλα τα τραύματα και τις πληγές βρίσκεται εκείνο το παιδί. Φοβισμένο, καταπιεσμένο, κακοποιημένο. Το παιδί που περιμένει από ΕΣΕΝΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΕΣΕΝΑ να το πάρεις αγκαλιά, να το πάρεις από το χέρι και να το οδηγήσεις στο φως.

Εκεί που θα είναι αυθεντικό και ξεχωριστά μοναδικό.

Θα μου πεις έχεις γράψει παραγράφους ολόκληρες. Λες, λες, λες. Αλλά στην πραγματικότητα δε μιλάς. Φοβάσαι. Τρέμεις. Δίκιο έχεις…

Φοβάμαι γιατί είναι δύσκολο, είναι βαρύ, είναι οδυνηρό.

Είναι δύσκολο το δύο.

Δύο γονείς.

Δύο χρόνια.

Δύο καρκίνοι.

Δύο θάνατοι.

Είναι βαρύ το δύο.

Ειδικά εκείνο που είναι λάθος. Σαν παπούτσια από διαφορετικό ζευγάρι.

Όμως ο καρκίνος, ο θάνατος, μίλησαν. Φώναξαν, ούρλιαξαν. Τι περιμένεις; Να είσαι εσύ; Να έρθει η δική σου ώρα; Παγιδευμένη σε μία ζωή ξένη, κενή;;

Και άκουσα. Με φόβο, αλλά τόλμησα μια βουτιά στο κενό, χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Και τα κατάφερα.

Κατάφερα να ξεκινήσω μία διαδρομή με σκοπό να γνωρίσω εκείνο το ένα, το μοναδικά δικό μου, που δεν το ήξερα.

Που βρίσκεται μέσα μου, θαμμένο πίσω από υποκατάστατα.

Και όταν το γνωρίσω πραγματικά, ποιος ξέρει…

Ίσως, τότε θα μπορέσω να δω και εκείνο το σωστό μου δύο…

Αφιερωμένο στο άλλο μου παντοτινό μισό. Το αδερφάκι μου.

Αφιερωμένο σε κάθε έναν εκεί έξω, που δεν μπορεί να βγει από τα σκοτάδια του.

Και όμως, ναι υπάρχει φως.

ΑΦΗΣΕ ΜΟΥ ΕΝΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ...

Loading spinner

ΟΙ ΨΙΘΥΡΟΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ